Διάβασα πρόσφατα:

  • Ποιος απ' τους δυο μας επινόησε τον άλλον - Πασκάλ Μπρυκνέρ
  • Ο εραστής - Μαργκερίτ Ντυράς
  • Κάιν - Ζοζέ Σαραμάγκου
  • Ζορρό - Ιζαμπέλ Αλιέντε
  • Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου - Ρόλαν Μπαρτ

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
γιατί όταν είμαι μόνος αγαπώ τον αέρα γιατί όταν είμαι έτσι, θέλω μόνο τον αέρα γιατί η αγάπη είναι πλασματική γιατί είμαι άνθρωπος και νιώθω σα σκυλί γιατί είμαι μια αχαρτογράφητη περιοχή δεν έχω όρια γιατί έχω ψυχή

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

Μετρίως

Αν είχα υπάρξει ολύμπια θεά θα σερνόσουν στη σκιά μου
κι εκεί θα σ' άφηνα, κρύα και εκδικητική,
-πολλές φορές αυτό φαντασιώνομαι στον ύπνο μου-
Δεν υπήρξα, μα ξέρεις το προσπάθησα
καταλόγισέ μου τουλάχιστον αυτό
ανεπαρκής για κάθε επίδοξο εραστή
κι ελάχιστη μπροστά στις πρώην ερωμένες τους
τα δάχτυλά μου μ' έταξαν -κι όχι το πεπρωμένο-
να τους σκοτώνω με κάθε χτύπημα
στα πλήκτρα του υπολογιστή.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Πόλη από πέτρα

Όταν ξαναβρείς τον εαυτό σου μέσα από την έρημο της συλλογικότητας
-εκεί, όπου κάθε κόκκος άμμου σου μπαίνει στο μάτι και σε τυφλώνει-
έλα να βρεις κι εμένα

Η δική μου έρημος είναι περίεργη
διανθίζεται από μουντές πολυκατοικίες του ογδόντα και παραπεταμένα καροτσάκια
νεκροζώντανοι στα κατώφλια ξενοδοχείων στην Ομόνοια
και αστυνομοκρατούμενα Πανεπιστήμια

Έλα να ενώσουμε τις ερημιές μας!
Ξέρω, ένα θαύμα θα γεννηθεί.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Art

Στον κάθε άνθρωπο αξίζει ένα ποίημα
κι όμως, εγώ βαρύνομαι μ' αυτό το πόνημα
να γράφω μόνο, να μη γράφομαι
να μην αποτυπώνουν στο κορμί μου χρώματα και πέτρες

Κάποιοι γεννήθηκαν για μούσες
κάποιοι απλώς πορεύτηκαν και πήγαν
και κάποιοι άλλοι καταδικάστηκαν
στο άδειο σπίτι, στο γεμάτο τασάκι, στα γεμάτα μελάνι δάχτυλα.

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

Shame

Είμαι δεκάξι χρονών και ζω μες στην οθόνη
κάνω λάηκ στα ψαγμένα λόγια σας και στα ανακυκλούμενα τραγούδια
μου αρέσει εδώ, εδώ δε φοβάμαι
είμαι δεκάξι χρονών και δε γερνάω
κι ας πέρασαν δεκάξι χρόνια, εγώ ακόμα ποστάρω
κι είμαι δεκάξι, βλέπω τσόντες, ψάχνω πιτσιρίκες
είμαι δεκάξι, και εκπαιδεύομαι διαδικτυακά
το βράδυ θα βγω
πρέπει να βάψω τα μαλλιά μου.

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Μνημόνια και μνήμες

Κοίτα.
Προσπάθησε να δεις το πρόσωπό μου πίσω απ' τις οθόνες που μας χωρίζουν.
Διάβασε τις νέες μου ρυτίδες, τις άσπρες τρίχες, το τρίξιμο των δοντιών τα βράδια.
Είναι ο κοσμικός φόβος, το ηθικό άγχος, το τραμπάλισμα ανάμεσα στο "εγώ" και στο "εμείς"
ανάμεσα στις πολλαπλές έννοιες του καθήκοντος
- όταν ο εχθρός είναι έξυπνος, δεν είναι μονόδρομος ο αγώνας -
και στέκομαι εδώ. Μπλογκάροντας.
Αύριο μπορεί να είμαι στο τσιμέντο ξαπλωμένη - μπορεί όμως και όχι.

Σαν βγω απ' αυτή τη φυλακή...

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Rue de roisiers

Ο πιο μεγάλος άθλος μου είσαι εσύ
ο δωδέκατος, ο πιο σκληρός
θρυμματίζω το γρανίτη σου, τον κάνω ζάχαρη στον καφέ μου
οι πιο μεγάλες μέρες μου εσύ
τα πιο μεγάλα ταξίδια

Κι η πιο μεγάλη ευτυχία μου
εγώ, δίπλα σου, σ' εκείνη την αρχαία σοφίτα,
να κοιμάσαι, κι εγώ τόσο ελάχιστη,
τόσο μικρή και κουρασμένη απ' τα βήματά μας,
να χάνομαι στις αιώνιες πόλεις μαζί σου,
να σου δείχνω το δρόμο για το Λούβρο
κι εσύ το μονοπάτι για τ' αστέρια.

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

"Είδα μάτια"

-Πρέπει να ανυψώσω το σώμα μου σε ύστερα επίπεδα.-

Με κοιτούσες, σε είδα να με κοιτάς, σε είδα πώς με κοίταζες
όπως πάντα έσκυψα το κεφάλι. Δεν ξέρω εγώ να κοιτιέμαι.
Τι όμορφο να σε διαπερνούν τέτοια μάτια!
Με κοιτούσες. Κι εγώ σε είδα.

Κι αφού με κοίταξες έχασα το μυαλό μου
και τώρα γύρω μου μόνο τα μάτια σου βλέπω
σαν να κοιτούσα ώρα το φως.

Γι' αυτό σου λέω.
Πρέπει να ανυψώσω το σώμα μου σε ύστερα επίπεδα
Πρέπει ν' ασχοληθώ με κάτι ως να σε ξανακούσω
Πρέπει να φιλήσω εγώ τον εαυτό μου ως να σε ξαναδώ
Γιατί με κοιτούσες.
Γιατί με κοίταξες;
Γιατί σε είδα;

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

Μέρα γιορτής

Θα ήθελα να επικοινωνούσα μαζί σου στα κρυφά
με ριγμένα στη θάλασσα μπουκάλια
να φτάσουν απ' το δωμάτιό μου στις κρύες ώρες σου
θα ήθελα, μα το φελλό πώς να ανοίξεις
πώς να μη με γελάσεις πάλι

Κι όλα ξεκίνησαν απλά.
Δε χρειαστήκαμε τυμπανοκρουσίες αυτή τη φορά
απλά σε θέλησα
απλά κάποιες κινήσεις σου με συνταράσσουν
κι απλά σιωπώ όταν με κοιτάς, από το φόβο μη σπάσει το τζάμι των ματιών σου
-είναι, αλήθεια, τόσο άγρια τα μάτια σου-

Και γράφω τέλος δειλά τις φτωχές μου λέξεις
μήπως και τις διαβάσεις, Εσύ, φρικτέ, αφόρητε Πρίγκιπα.

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Κοινωνική δικτύωση

Καλή χρονιά.
Προτιμώ με αγνώστους να συναναστρέφομαι
παρά να μου πετάνε στους τοίχους μου οι γνωστοί κάθε σκουπίδι τους
έτσι κι εγώ μετακόμισα σε άλλη γειτονιά
κι αποφάσισα να μείνω άγνωστη μες στους αγνώστους.

Άφησα χτες με το Δεκέμβρη το χωριό
και πήγα με τα πόδια μέχρι την πόλη.
Στο σακί μου μόνο τ' απαραίτητα
-ένα διπλό ντιβάνι και μια μπογιά με ψαρόκολλα, να μη σβήνεται-
Κανένας δε μου μίλησε στο δρόμο
Κανείς δεν πέρασε να μου ζητήσει λίγη ζάχαρη
Στη γειτονιά αυτή δεν έχει καφενεία.

Πότε είμαστε όλοι μαζί;
Πότε ενώνουμε αλήθεια τα χέρια;
Πότε δεν είμαστε μόνοι;
Ας μείνω δυο-τρες μέρες εδώ
κι ύστερα συνεχίζω.

Ροές του φόβου

Κοίταξε, εγώ θα γράψω τώρα
με έχει γεμίσει ο θάνατος και δεν μπορώ να τον αποφύγω
παρά μόνο μέσ' από μια υπόνοια αθανασίας.
Η μέγιστη ύβρις είναι να 'σαι νέος
να μη μετράς το χώμα στις πατούσες σου
-τόσο με αντέχει ακόμα, άλλο τόσο με περιμένει-

Ναι. Πρέπει το θάνατο να τον σκεφτόμαστε συχνά
όσο πιο ανήλικοι τόσο συχνότερα
ίσως έτσι αντιστραφεί η ροή του χρόνου και της ιστορίας
παύσουν οι απεγνωσμένοι έρωτες των τελευταίων Σαββάτων
και των ανα δεκαετίες γενεθλίων
και μεγαλώσουμε σοφότεροι
και γερνάμε αγέρωχοι πλάι στα ποτάμια.